Αναζήτηση

Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

Ποτέ την Κυριακή!

Κυριακή 3 Νοεμβρίου ξημέρωμα, αχάραγα η ώρα. Και δεν ξημέρωνε αυτή η Κυριακή...και δεν ξημέρωνε. Όλο το βράδυ να μη με πιάνει ύπνος...Μα σαν ξημέρωσε έκανα το μπάνιο μου, έφτιαξα τα μαλλιά  μου , βάφτηκα, στολίστηκα, έβαλα τα καλά μου.


«Μήτσο, φώναξα, πάω για ψώνια.»
«Να πας κουκλάρα μου, να πας!» 
«Α ρε Μητσάρα, Θεός είσαι και είμαι τυχερή που με αγαπάς.» 
Χατίρι δεν μου χαλάει ποτέ ο Μήτσος μου! Δεν ξέρω, τόσο καιρό, τι με κράταγε και δεν έβγαινα καθόλου έξω. Ούτε για καφέ, ούτε για ψώνια, όλη μέρα με τα παιδιά και τον Μητσάρα μου.

Κατέβηκα τη σκάλα, άνοιξα την εξώπορτα και καθώς την έκλεινα πίσω μου, πήρα μια μεγάλη ανάσα. Γέμισα τα πνευμόνια μου με τον αέρα της ελευθερίας. Έτσι στητή, καμαρωτή, τράβηξα το δρόμο για το μετρό. Έπιασα κι ένα τραγουδάκι για παρέα. 
«Από το παράθυρο μου βλέπω, κι ένα και δύο και τρία και  τέσσερα παιδιά. Που  σαν θα μεγαλώσουν όλα θα γίνουν λεβέντες...»
Α, ρε Μελίνα αθάνατη! Μας τέλειωσαν οι λεβέντες Μελινάκι, μας τελειώσανε. 

Σαν έφτασα στο μετρό χτύπησα το εισιτήριο, τσέκαρα την ώρα (μην τελειώσει το όριο την μιάμισης ώρας και βρεθώ σε δύσκολή θέση, δεν θέλω...) και κατέβηκα στο πλησιέστερο Mall. Ε, ρε γλέντια...!!! Κόσμος πάνω, κόσμος κάτω κι εγώ σαν την φρεγάτα μες στη μέση να πηγαινοέρχομαι.

Με πιάσανε και οι σπατάλες μου, δε βαριέσαι, μια φορά κι εγώ, χαλάλι  μου. Τρία παντελόνια, τρεις μπλούζες ασορτί. Δύο φορεματάκια, ένα ζευγάρι μπότες, την ανάλογη τσάντα, λίγα μακιγιάζ, ένα μπουφανάκι και  πήγα στο ταμείο, περίμενα ευλαβικά να έρθει η σειρά μου και πώς μου ήρθε  ρε παιδιά, ένα άλλο τραγουδάκι μου ήρθε στο μυαλό
«Ο κυρ Αντώνης πάει καιρό, που ζούσε στην αυλή. Μ’  ένα κρεβάτι, μ’ ένα κανάτι και με κρασί πολύ...». Τέλος πάντων, δε βαριέσαι. Ήρθε κι η σειρά μου. Η δεσποινίς στο ταμείο, χτυπούσε τις τιμές και έβγαζε τα αντικλεπτικά. Στα μούτρα της μια ξινίλα. Σαν να μου λέγε:"Σήμερα βρήκες κυρά μου; Εμείς δεν είμαστε άνθρωποι να ξεκουραστούμε, να δούμε το σπίτι μας; Και τα παιδιά μας;"

Απτόητη εγώ κοιτούσα αδιάφορα. Μόλις τελείωσε την δουλειά της, μου λέει: «Τόσο...» ( το ποσόν που στοίχιζαν οι αγορές μου.) Κάνω έτσι... και ανοίγω την τσάντα. Ψάχνω από εδώ , ψάχνω από εκεί... Τίποτα! Πουθενά το πορτοφόλι. «ΘΕΕ ΜΟΥ.» Φωνάζω... έντρομη. Αδειάζω πανικόβλητη την τσάντα μου απάνω στο πάγκο... Το πορτοφόλι πουθενά.
«ΛΕΦΤΑ ΥΠΗΡΧΑΝ... ΠΟΥ ΠΉΓΑΝ ΤΑ ΛΕΦΤΑ;»

Κραύγασα εν πλήρη απόγνωση. «Μήπως το κρατώ το πορτοφόλι και τα έχω χαμένα;» ρωτώ την κοπέλα και τους τριγύρω.
«ΟΧΙ». Μου απαντούν.

 Τι να κάνω, μάζεψα τα κομμάτια μου... διόρθωση τα πράγματα της τσάντας μου και έφυγα αποσβολωμένη. Τότε  ήταν που η θύμηση ήρθε και με βρήκε.
Αμ. γι’ αυτό δεν έβγαινα  τόσο καιρό και κάτι με κράταγε στο σπίτι με τα παιδιά όλη τη μέρα και το Μητσάρα! Μέρες να επιλέξω για να βγω είχα (Δευτέρα,Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο...) Λεφτά δεν είχα!
Έτσι πήρα πάλι το μετρό και γύρισα στο σπίτι. Από συνήθεια έπιασα κι ένα τραγουδάκι. «Ο Μανωλιός εδούλευε σ’ ένα καράβι μούτσος, έλα, έλα, σ’ ένα καράβι μούτσος...»

Το ακούς Μελινάκι; Μούτσος, μούτσος, όχι καπετάνιος, μούτσος!                                  
                                     
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...